21.7.11

Μέρντοχ: ο μεγιστάνας που αγάπησε τα σκάνδαλα ...


«Απλά ήθελα να πω ότι ο πατέρας μου δεν ήταν πλούσιος, αλλά ένας εξαίρετος δημοσιογράφος», ισχυρίσθηκε ο 80χρονος Ρούπερτ Μέρντοκ καταθέτοντας στη βρετανική Βουλή των Κοινοτήτων. «Λίγο πριν πεθάνει αγόρασε μια μικρή εφημερίδα, την οποία αναφέρει στη διαθήκη του λέγοντας ότι... του έδωσε την ευκαιρία να κάνει κάτι καλό. Και εγώ θυμάμαι τι έκανε και ότι ήταν περήφανος γι αυτό, παρόλο που πολλοί άνθρωποι στη χώρα τον μίσησαν για πολλά, πολλά χρόνια. Μιλάω για το ότι αποκάλυψε το σκάνδαλο της Καλλίπολης, μια αποκάλυψη που με κάνει να είμαι πολύ περήφανος γι αυτόν».
Η ιστορική αλήθεια είναι ότι ο Κιθ Μέρντοκ, εγγονός δύο Σκοτσέζων υπουργών, ήταν ένας βαρόνος των μέσων μαζικής ενημέρωσης στην Αυστραλία, ένας άνθρωπος που είχε τη δύναμη να «ανεβάζει» και να «ρίχνει» πρωθυπουργούς - ακριβώς όπως θα έκανε στη συνέχεια και ο γιος του. Και, όπως ο Ρούπερτ, η καρδιά του Κιθ χτυπούσε για τις «αποκαλυπτικές» σκανδαλοθηρικές εφημερίδες.
Ως νεαρός δημοσιογράφος στη διάρκεια του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, ο Κιθ Μέρντοκ έγινε γνωστός όταν επισκέφτηκε την περιοχή όπου έγινε η μάχη της Καλλίπολης. Τότε έσπασε τους κανόνες της λογοκρισίας που απαγόρευαν οποιαδήποτε κριτική στη διεξαγωγή του πολέμου ή την αναφορά σε αριθμούς νεκρών και τραυματιών...

Εστειλε μία επιστολή αυστραλιανό πρωθυπουργό, οικογενειακό του φίλο, και έφυγε κρυφά για το Λονδίνο για να καταγγείλει από εκεί - με έναν σοβινιστικό και υπερβολικό τρόπο τον οποίον στη συνέχεια ο γιος του θα εκτιμούσε - την ανικανότητα της βρετανικής διοίκησης, που θεώρησε υπεύθυνη για το φιάσκο της εκστρατείας στην Τουρκία, όπου σκοτώθηκαν 120.000 στρατιώτες, συμπεριλαμβανομένων 8.500 Αυστραλιανών πεζικάριων και ανδρών του ιππικού.
Οι αφίσες της ταινίας του 1981 «Καλλίπολη», ακόμη θυμίζουν ότι ο Ρούπερτ Μέρντοκ υπήρξε κινηματογραφικός παραγωγός. Χρηματοδότησε κατά το ήμισυ την ταινία προφανώς για να δείξει στον κόσμο γιατί ο πατέρας του είχε δίκιο.
Ο Ρούπερτ ήθελε να εκδικηθεί το βρετανικό κατεστημένο για λογαριασμό του πατέρα του. Και ο πιο γλυκός τρόπος να το κάνει αυτό ήταν να αγοράσει τον βρετανικό Τύπο μαζί με την πιο αναγνωρισμένη εφημερίδα, τους Times του Λονδίνου και να βοηθάει στην εκάστοτε απόφαση για το ποιος θα κυβερνά τη Βρετανία.
Στην ακρόαση της περασμένης Τρίτης ενώπιον της βρετανικής κοινοβουλευτικής επιτροπής, ο Μέρντοκ χαμογέλασε, όταν παραδέχτηκε ότι κάποιες φορές έμπαινε από την πίσω πόρτα της πρωθυπουργικής κατοιικίας το 10 της Ντάουνινγκ Στριτ για να πιει τσάι με κάποιους ευγνώμωνες πρωθυπουργούς. Αλλά ακόμα και η πίσω πόρτα μοιάζει να είναι κλειδωμένη για αυτόν τώρα. Εξάλλου καθώς το σκάνδαλο των υποκλοπών αγγίζει όλο και περισσότερο τη βρετανική εξουσία, ποιος ξέρει πόσο καιρό ακόμα θα κατοικεί στο συγκεκριμένο σπίτι ο Ντέιβιντ Κάμερον;
Οι κυνηγοί έγιναν κυνηγημένοι στη διάρκεια τριών ωρών καθηλωτικής μαρτυρίας στη Βουλή των Κοινοτήτων. Το τρίο της News Corporation έμοιαζε προπονημένο. Θα έλεγαν ακριβώς αυτό που έπρεπε. Κόλλησαν σε μια παλιά συνταγή απόκρουσης σκανδάλων, υποστηρίζοντας ότι ήταν "ανέπαφοι" ακριβώς γιατί βρίσκονταν στην κορυφή του κόσμου.
"Λάθη έγιναν" - αλλά όχι από τους καπετάνιους του πλοίου. "Εκφράζουμε τη βαθιά λύπη μας" - για καταστάσεις στις οποίες με κανέναν τρόπο δεν ήμαστε αναμεμειγμένοι. "Είμαστε διαφανείς" - ακόμα κι αν ακόμα πληρώνουμε παλιούς υπαλλήλους για να κρατήσουν το στόμα τους κλειστό.
Παίζοντας τον αδίστακτο άρχοντα που ξέπεσε σε αβοήθητο θύμα, ο Ρούπερτ Μέρντοκ πέρασε καλύτερα από τον 38χρονο γιο του, Τζέιμς, με το τύπου "buzz cut" κοντό κούρεμά του, τη λεπτή μπλε γραβάτα Mad Men και την υπεράρθρωση στην ομιλία του να κρύβει την αλαζονία.
Η Ρεμπέκα Μπρουκς πάλι, η 43χρονη πρώην αρχισυντάκτρια της News of the World και … "κόρη" του Ρούπερτ, ήταν μια υπερήφανη Μέδουσα: με γλυκό πρόσωπο και απαλή φωνή παρουσίασε κάμποσες μάλλον όχι και τόσο πετυχημένες ιστορίες περί αθωότητος.
Τα ταμπλόιντ του Μέρντοκ ικανοποιούσαν στο χαμηλότερο κοινό παρονομαστή, αλλά στο τέλος, οι οπαδοί του ήταν λιγότεροι από τους ανθρώπους τους οποίους ικανοποιούσαν. Ολοι οι άνθρωποι έχουν ένα όριο, όπως αποδείχτηκε ξανά. Ο Μέρντοκ έπεσε χαμηλά και ο μύθος του ξεφούσκωσε από τη δύναμη της κοινωνικής κριτικής.
Η πιο αποκαλυπτική στιγμή ήταν όταν εξέφρασε τον θαυμασμό του για τη Σινγκαπούρη, αποκαλώντας την «η πιο υγιής και διαφανής κοινωνία στον κόσμο». Οι ηγέτες της "πληρώνονται τόσο καλά", είπε, που «δεν υπάρχει πειρασμός για διαφθορά, είναι η πιο καθαρή κοινωνία που υπάρχει».
Δεν είναι τυχαίο που ο Μέρντοκ επέλεξε να επαινέσει ένα λουστραρισμένο, βαθιά απολυταρχικό και αστυνομοκρατούμενο κράτος όπως η Σινγκαπούρη. Ίσως και οι εταιρείες να ζούσαν με τον ίδιο απόλυτο τρόπο, αν δεν έπρεπε να αναπτύσσουν σχέσεις εμπιστοσύνης με ανθρώπους.

Πηγή: μετάφραση από τους New York Times
anatropi2020.blogspot

Δεν υπάρχουν σχόλια: