3.5.13

Η Λαμπρή στη Μικρασιατική Ερυθραία...


Του ΘΟΔΩΡΗ ΚΟΝΤΑΡΑ
Οι γιορτές του Πάσχα έχουν αναμφισβήτητα το πιο έντονο θρησκευτικό χρώμα από όλες τις ελληνικές γιορτές. Προηγείται η λιτή περίοδος προετοιμασίας, η Σαρακοστή, με τη νηστεία, τους Χαιρετισμούς, τον ψυχικό, ηθικό και σωματικό εξαγνισμό των ανθρώπων. Ουσιαστικά οι...
πασχαλινές γιορτές αρχίζουν από το Σάββατο του Λαζάρου και κορυφώνονται το Νιότριτο (Τρίτη της Διακαινησίμου) ή ακόμη και την Παρασκευή της Ζωοδόχου Πηγής, σε μερικά μέρη.

Στη μικρασιατική Ερυθραία, όπως και σε όλους τους ελληνικούς τόπους, η Λαμπρή γιορταζόταν με ευλάβεια, κατάνυξη και μεγαλοπρέπεια, χωρίς άμετρες διασκεδάσεις. Τα ερυθραιώτικα έθιμα είναι πολλά και διάφορα, άλλα κοινά σε όλους τους Έλληνες και άλλα εντελώς τοπικά και μοναδικά. Πολλά από αυτά διατηρούνται ίσαμε σήμερα στους τόπους, όπου εγκαταστάθηκαν Ερυθραιώτες πρόσφυγες, επειδή συνδέονται άμεσα με τη θρησκεία.
Το πρωί της Μεγ. Πέφτης ματαλαβαίνανε τα παιδιά και κορυφώνονταν οι δουλειές στα σπίτια. Οι νοικοκιουρέςέπιαναν οπωσδήποτε προζύμι για τα λαμπρόψωμα κιέφτιαχναν τσουρέκια και κολλίκιαμε πολλά χάρτζα(κουλούρια με ζυμαρένια στολίδια κι αβγό). Χαρακτηριστικές είναι οι κορούνεςτων Βουρλών κι οι κουτσούνες των Αλατσάτων, ανθρωπόμορφα κουλούρια μ’ ένα αβγό στο κεφάλι. Την ίδια μέρα βάφονταν και τα κόκκινα αβγά. Το αβγό κρύβει μέσα του ζωή και συμβολίζει το θάνατο και την ανάσταση, γι’ αυτό συνδέεται δικαιωματικά με το Πάσχα. Τα αβγά βάφονταν με αγοραστή μπογιά, αλλά κυρίως με φυτικές ύλες, π.χ. κρομμυδόφυλλα, αμυγδαλόφυλλα, αλιζάρι (ερυθρόδανο), αλισάχνη (χένα). Δεν είχαν πάντα κατακόκκινο χρώμα, αλλά και καφετί ή κιτρινωπό. Τέτοια κίτρινα αβγά στα Αλάτσατα και στο Μελί τα έτρωγαν την Πρωτομαγιά, για να ‘ναι χρουσωμένος ο Μας. Στη Δυτ. Ερυθραία έβαφαν και περντικάβγουλα, για να τρατέρνουνε τα παιδάκια.

Οι άντροι τη Μεάλη Πέφτη στσι καφενέδες ησταυρώνανε το φάντη, δηλαδή κάρφωναν στο ντουβάρι ένα τραπουλόχαρτο ή το κρεμούσανε από τη λάμπα, θέλοντας έτσι να στιγματίσουν το παράνομο κέρδος (τα 30 αργύρια του Ιγιούδα).

Η Μ. Παρασκευή, η πιο κατανυκτική και σεβαστή μέρα του χρόνου, απαιτούσε αποχή από τις δουλειές. Δεν ηφροκαλούσανε, δεν ητσαταλίζανε, δεν ηράβανε, δε ριμπατεύανε, δεν ηκεντούσανε ούτε ηκαρφώνανε, συνδυάζοντας πολλές απ’ αυτές τις δουλειές με το κάρφωμα του Ιησού στο σταυρό. Η ατμόσφαιρα της μέρας αυτής είναι θλιβερή και μεγαλόπρεπα θρησκευτική. Αφ’ την πρωινιά τα κορίτσα ηματζεύανε πουλουδάκια αφ’ τσι μπαξέδες και τσι αρτάνες τω σπιτιώνε για το στόλισμα του ‘Πιτάφιου. Γαρούφαλα, αβιορέτες(νάρκισσοι), πασκαλιές, τριαντάφυλλα και μπονμπόνες, λαλάδες (τουλίπες), μανιτιές (βιολέτες), παρθενόκρινοι, πάπιες και μάηδοι περνιούνταν σε αρέστες (αρμαθιές) με μαεστρία και στόλιζαν το κουβούκλι του ‘Πιτάφιου.

Η λιτανεία ήταν ιδιαίτερα συγκινητική. Συγκλονιστικά εγκώμια, ψαλμωδίες και θρήνοι για τον νεκρό Ιησού διαχέονταν σε όλους τους χριστιανικούς μαχαλάδες των 60 χωριών και πόλεων της Ερυθραίας. Απαραίτητο φυσικά το προσκύνημα του Επιταφίου και το πέρασμα κάτω από το κουβούκλιο. Σημαντικό ήταν και το έθιμο της πλειοδοσίας για το σήκωμα του ‘Πιτάφιου. Μπατούλιες (ομάδες) νέων ανδρών προσέφεραν μεγάλα ποσά στην εκκλησία, για να πάρουν το δικαίωμα της περιφοράς. Όποια μπατούλια έδινε τα περισσότερα, σήκωνε το ‘Πιτάφιο, το σταυρό, τις εικόνες και τα μπαργιάκια (λάβαρα) της εκκλησιάς. Το αντέτιαυτό είναι καθαρά μικρασιάτικο, γνωστό σε πολλά μέρη της Ανατολής (Καππαδοκία, χωριά του Μαιάνδρου, Βιθυνία, Αιολίδα κ.α.).

Το βράδυ τση Μεάλης Παρασκευής το ‘Πιτάφιο ήβγαιν’ αφ’ την εκκλησιά. Μπροστά ηπηαίνανε τα μπαργιάκια, ο σταυρός με τ’ αγκαθένιο στέφανο κι οι παναγιές (εικόνες) κι απέ τα φανάρια κι οι ντόρτσες (μεγάλες λαμπάδες με πολλά κεριά). Του ‘κλουθούσανε αξαπίσω οι παπάδες κι οι ψάρτηδοι, οι κοτζαμπάσηδοι κι ο κόσμος, ο καθανείς με το ράγκο ντου (κοινωνική θέση).

Η περιφορά γινόταν στους κεντρικούς δρόμους ή γύρω από το ναό, για το φόβο των Τούρκων, και στη διάρκειά της ψάλλονταν τα εγκώμια. Στις γειτονιές σχηματίζονταν σειρές γονατιστών ανθρώπων κάθε ηλικίας, για να περάσει από πάνω τους το ‘Πιτάφιο. Ήταν τάμα για κάθε καλό. Στην επιστροφή όλοι έπαιρναν ‘πιταφιοπούλουδα και κεριά, που τα θεωρούσαν αγιασμένα και τα χρησιμοποιούσαν για ξεμάτιασμα, εξορκισμούς, αρρώστιες και κατά της βασκανίας. Στο ναό απόμεναν μόνο οι ταμένοι και ηλικιωμένες γυναίκες που ξενυχτούσαν λέγοντας ψαλμωδίες, προσευχές και το μοιριολόι τση Παναγιάς.

Κύρια φαγητά της Μ. Παρασκευής ήταν οι νερόβραστες φακές, που συμβόλιζαν τση Παναγιάς τα δάκρυα, τα μαρούλια και οι κουκόμυτες(βλαστοί φρέσκων κουκιών), όλα ανήλαδακαι βουτηγμένα σε μπόλικο γλυκάδι (ξίδι), που να ‘ναι δυνατό, δραπέτσι, εις ανάμνησιν του όξους και της πίκρας που δοκίμασε ο Εσταυρωμένος. Επίσης όλοι οι Ερυθραιώτες κι οι Σμυρνιοί έπιναν αυτή τη θλιβερή μέρα το θιάσο ή διάσο, ένα ποτό καμωμένο από ρύζι, μύγδαλα και ποπονόσπορους, όλα πολτοποιημένα και βρασμένα με νερό, ζάχαρη και κανέλα. Το θιάσο τον ησερβέρνανε και στσι κηδείες, στο ξενύχτι του λείψανου.

Το Μ. Σάββατο η ατμόσφαιρα είναι εντελώς διαφορετική. Επικρατεί κίνηση, φασαρία, ανεμπαμπούλα παντού. Γίνονται οι τελευταίες ετοιμασίες, ψούνια, σφαγές αρνιών και … γοεροί παιδικοί θρήνοι για τα σφαμμένα αρνάκια και ριφάκια ντως. Συχνά πυκνά ακούγονται κρουσουμιέςκαι τσιφτεδιές(πυροβολισμοί), ανάκατες με χαρμόσυνες κωδωνοκρουσίες. Στους ναούς, κατά την πρώτη Ανάσταση, οι παπάδες, αλλά και το εκκλησίασμα, έκαναν μεγάλο πατιρντί(θόρυβο) και χτυπούσαν δυνατά ό,τι μπορούσε να κάνει θόρυβο (στασίδια, πόρτες κ.ά), κουνούσαν τους πολυελαίους και έραιναν με νεραντζόφυλλα τους πιστούς. Ενδεικτική του κλίματος η φράση ‘’ηγένηκε το ανάστα ο Κύριος!...

Δεν υπάρχουν σχόλια: